Ο Ουρανός..του Μανόλη Αναγνωστάκη

ουρανος_μαρουλας

Αναγνώστη μου καλημέρα!! Σαν αυριο 10 του Μάρτη γεννήθηκε ο Μανόλης Αναγνωστάκης..το -ο- στο Μανώλης με όμικρον..Ιατρός ακτινολόγος, γεννημένος στην θεσσαλονικη, με καταγωγή από τα Ρούστικα του Ρεθύμνου(και αυτός Ρεθεμνιώτης)..

Continue reading

Advertisements

Ενα λαλά για την Φράνυ και τον Ζούι

maroulas

Καλημερα Αναγνώστη μου φίλε μου καρδιακέ

Μετά από πολλους μήνες σιωπης (τι να σου πω για την κολαση που ζουμε?) ειπα να την σπασω σημερα… Έτσι για να θυμηθούμε τα παλιά.. Τελείωσε η εξεταστική αυτο το μαρτ’υριο Αναγνώστη μου και αδειασε το μυαλό μου. Γενικά αδειασε το μυαλό μου, γιατι ειναι ματαιοπονία να κοπιάζεις για κάτι που δεν το γουσταρεις 100%… Ματαιοπονία και η κουραση που φερνει ειναι μεγαλύτερη. Αλλά ας τα αφησουμε αυτά. Δεν θα πιάσω τα πολιτικα/κοινωνικα κτλ σημερα γιατι δεν εχει νοημα. Παρατησα αλλωστε το παλιο γνωριμο στεκι μας, γιατι ειχα καταληξει να γκρινιαζω στο γραπτο λόγο. Θα σου μιλήσω για τα έμορφα… Για’αυτα που ξεχασαμε στον καταναλωτισμό μας, γι’αυτα που μας πήρε η κρίση, γι’αυτα που ισως δεν είδαμε και ποτέ.

Continue reading

Ο φτωχούλης του θεού…του Nίκου Καζαντζάκη

ο ουρανος μεσα μας– Αρχοντόπουλο μου, είπα, να με συμπαθάς· ένα ήθελα να σε ρωτήσω, ετούτο: τρώς, πίνεις είσαι ντυμένος στο μετάξι, τραγουδάς κάτω από τα παραθύρια, γλέντι η ζωή σου· τίποτα λοιπόν δε σου λείπει;
Ο νέος στράφηκε απότομα, αναμέρισε βίαια το μπράτσο, να μην τον αγγίξω.
– Τίποτα δε μου λείπει, αποκρίθηκε πεισματωμένος· γιατί με ρωτάς; Δε θέλω να με ρωτούν.
Έδεσα κόμπο την καρδιά μου.
– Γιατί σε λυπούμαι αρχοντόπουλό μου, αρχοντόπουλό μου, του αποκρίθηκα.
Ο νέος να το ακούσει, τίναξε με αλαζονεία το κεφάλι:
– Εμένα; Είπε, εσυ;! – και γέλασε.
Μα σε λίγο, χαμηλώνοντας τη φωνή του:
– Γιατί με λυπάσαι, γιατί; Ρώτησε λαχανιασμένος.
Δεν αποκρίθηκα.
– Γιατί; Ξαναρώτησε.

Continue reading

Περί τυφλότητας (απόσπασμα)…, του Ζοζέ Σαραμαγκού

ΦΤΩΧΕΙΑ3”Υπάρχει άραγε εξουσία , είπε ο πρώτος τυφλός. Δεν φαντάζομαι, αλλά και να υπάρχει, θα είναι μια εξουσία τυφλών που θέλουν να κυβερνούν τυφλούς, σαν να λέμε το τίποτα θέλει να οργανώσει το τίποτα.”[…]

Αναπνέουμε το ίδιο σκοτάδι κι όμως ο καθένας αλλιώς παραπατά, άλλα βήματα βρε αδερφέ και καλά κάνει, αλλά γιατί τόσο εξόφθαλμα να στερούμαστε προσανατολισμού.

Γιατί να έχουμε προσανατολισμό θα με ρωτήσετε και καλά θα κάνετε. Έτσι για αλλαγή, να πούμε ότι η βάρκα θα πάει παρακάτω, που σηκωθήκαμε όλοι όρθιοι και κινούμαστε σε πορείες αντίθετες και πώς να κάνει δουλειά ο βαρκάρης κι αυτός τυφλός είναι ο έρμος.

Και δε μιλώ για πρωθυπουργό στο όνομα του βαρκάρη,γιατί ο βαρκάρης ξέρει τουλάχιστον ένα κουπί να το πιάνει, με αυτό βγάζει το ψωμί του, μ’αυτό και την κυρά του.

Ας ξεκουνάγαμε τη βάρκα , έστω δύο λεύγες παρακεί, να αλλάξουμε νερά και παραστάσεις, να κατουρήσουμε κι αλλού κι ας επιστρέψουμε μετά πίσω στο μόλο, ούτως ή άλλως το σκοινί μας βγήκε λίγο , βάρκα κι αυτή με περιλαίμιο σκύλου, σαν και αυτούς που οδηγούν κάποιους τυφλούς.

Σε μια χώρα – συγχωρέστε μου τη λέξη για άλλη μια φορά – όπου οι τυφλοί πολλαπλασιάζονται όσο δίνονται συντάξεις αναπηρίας και κατορθώνουν οι τυφλοί να ‘χουν δυο μάτια αετίσια κάθε που στέκονται ουρά να την τσεπώσουν, χάθηκε να τσοντάρουμε να πάρουμε και λίγο σκοινί παραπάνω για τη βάρκα ;

Αντίσταση…αγνωστο ποίημα του Νίκου Καββαδία για τον Δεκέμβρη του ’44

Δεκεμβριανά
Στη Μέλπω Αξιώτη
 
Στο παιδικό μας βλέμμα πνίγονται οι στεριές
Πρώτη σου αγάπη τα λιμάνια σβηούν κι εκείνα.
Θάλασσα τρώει το βράχο απ’ όλες τις μεριές.
Μάτια λοξά και τ’ αγαπάς: Κόκκινη Κίνα.

Στίχοι γραμμένοι σε πακέτα από τσιγάρα…του Τάσου Λειβαδίτη

mayrokokkino-copy

Πατρίδα, είσαι γεννημένη απ΄τους πεθαμένους  (Πατρίδα)

Πάνω στα ματωμένα πουκάμισα των σκοτωμένων εμείς καθόμασταν τα βράδια και ζωγραφίζαμε σκηνές από την αυριανή ευτυχία του κόσμου. Έτσι γεννήθηκαν οι σημαίες μας.  (Σημαίες)

Κι όταν πεθάνω και δε θά΄μαι ούτε λίγη σκόνη πια μέσα στους δρόμους σας τα βιβλία μου, στέρεα κι απλά θα βρίσκουν πάντοτε μια θέση πάνω στα ξύλινα τραπέζια ανάμεσα στο ψωμί και τα εργαλεία του λαού. (Ποιητική)

Η φαρμα των ζώων (αποσπασμα)…του Τζώρτζ Όργουελ

2

Πόσο μόχθησαν και ιδρωκόπησαν μέχρι να συλλέξουν το σανό! Οι   προσπάθειές τους όμως ανταμείφτηκαν: η σοδειά ήταν πολύ πιο μεγάλη απ’   όσο ελπίζανε.

Ήταν φορές που η δουλειά ήταν σκληρή. Τα εργαλεία είχαν σχεδιαστεί να   χρησιμοποιούνται απ’ τους ανθρώπους κι όχι απ’ τα ζώα. Έτσι τα εμπόδια   ήταν μεγάλα επειδή κανένα ζώο δεν ήταν σε θέση να μεταχειριστεί ένα   εργαλείο που απαιτούσε όρθια στάση. Τα γουρούνια όμως ήταν τόσο ξύπνια   που κάθε δυσκολία κατάφερναν να την ξεπερνούν.

Continue reading

Ο επαναστατημένος άνθρωπος…του Αλμπέρ Καμύ

untitledΤι είναι ένας επαναστατημένος άνθρωπος; Ένας άνθρωπος που λέει όχι. Αρνιέται αλλά δεν παραιτείται: είναι ακόμα κι αυτός που λέει ναι από την πρώτη του κίνηση. Ένας σκλάβος που σ’ όλη του τη ζωή δεχόταν διαταγές ξαφνικά κρίνει μια νέα εντολή απαράδεχτη. Ποιο είναι το περιεχόμενο αυτού του “όχι”;

Σημαίνει, λόγου χάρη, “η υπόθεση τραβάει μακριά”, “μέχρι εκεί και μη παρέκει”, “το παρακάνετε” κι ακόμα “υπάρχει ένα όριο που δε θα ξεπεράσετε”. Με λίγα λόγια αυτό το όχι επιβεβαιώνει την παρουσία ενός ορίου. Ξαναβρίσκουμε την ίδια ιδέα του ορίου στο αίσθημα του επαναστατημένου ότι ο άλλος υπερβάλλει, ότι απλώνει τα δικαιώματά του πέρα από κάποια σύνορα. όπου βρίσκουν αντιμέτωπο ένα άλλο δικαίωμα και περιορίζονται απ’ αυτό. Έτσι το κίνημα εξέγερσης στηρίζεται ταυτόχρονα πάνω στην κατηγορηματική άρνηση μιας παραβίασης που κρίνεται απαράδεχτη και την όχι πολύ ξεκάθαρη βεβαιότητα ενός σταθερού δικαιώματος ή σωστότερα την εντύπωση του επαναστατημένου ότι “έχει το δικαίωμα να…”.

Continue reading

Αυτός που σωπαίνει, του Τάσου Λειβαδίτη

06-120605_athens_fadek_013Το σούρουπο έχει πάντα τη θλίψη ενός ατέλειωτου χωρισμού Κι εγώ έζησα σε νοικιασμένα δωμάτια με τις σκοτεινές σκάλες τους που οδηγούνε άγνωστο που…

Με τις μεσόκοπες σπιτονοικοκυρές που αρνούνται κλαίνε λίγο κι ύστερα ενδίδουν και τ’ άλλο πρωί, αερίζουν το σπίτι απ’ τους μεγάλους στεναγμούς…

Στα παλαιικά κρεβάτια με τα πόμολα στις τέσσερις άκρες πλάγιασαν κι ονειρεύτηκαν πολλοί περαστικοί αυτού του κόσμου κι ύστερα αποκοιμήθηκαν γλυκείς κι απληροφόρητοι σαν τους νεκρούς στα παλιά κοιμητήρια

Όμως εσύ σωπαίνεις… Γιατί δε μιλάς; Πες μου! Γιατί ήρθαμε εδώ; Από πού ήρθαμε; Κι αυτά τα ιερογλυφικά της βροχής πάνω στο χώμα; Τι θέλουν να πουν;

Ω, αν μπορούσες να τα διαβάσεις!!! Όλα θα άλλαζαν…

Όταν τέλος, ύστερα από χρόνια ξαναγύρισα… δε βρήκα παρά τους ίδιους έρημους δρόμους, το ίδιο καπνοπωλείο στη γωνιά…

Κι ολόκληρο το άγνωστο την ώρα που βραδιάζει…

η φωτογραφία ειναι απαλλοτριωμένη από το Blog: underinformation.wordpress.com